Προστασία του Περιβάλλοντος, του Ιωάν. Κ. Καράκωστα, ("Κ" 11/7/2006)
Επειδή τελευταία αμφισβητείται ευθέωσ και δυστυχώς επισήμως το νομικό καθεστώς για την προστασία του περιβάλλοντος, καίριο είναι το ακόλουθο σύντομο, αλλά εμπεριστατωμένο κείμενο του προέδρου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, του καθηγητή κ. Ιωάννη Κ. Καράκωστα.
“Το περιβάλλον -και η προστασία του- είναι απόλυτο αγαθό, είναι ενοραπκός, μονοσήμαντος και απαρέγκλιτος νομοθετικός στόχος, είναι απάντηση στο υπαρξιακό μας ερώτημα και κατάφαση στην αρμονία της φύσεως, στην αισθητική, στην ποιότητα ζωής, στην αξία του ανθρώπου και υπό την έννοια αυτή διαχρονική φιλοσοφική αναζήτηση και θέση.
Οταν ο συνταγματικός νομοθέτης του 1974 με έμπνευση και όραμα θέσπισε τη διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος (για την προστασία του περιβάλλοντος) δεν είχε ασφαλώς προβλέψει ότι η πιο πάνω διάταξη θα ετύγχανε ομόθυμης αποδοχής από τη νομολογία (ιδίως του Ε' τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας), αλλά και τη θεωρία τόσο του δημοσίου όσο και του Ιδιωτικού Δικαίου διαχείρισης καί προστασίας του περιβάλλοντος. Με την επιστημονική επεξεργασία της διάταξης και με την εμπνευσμένη εφαρμογή της, το δικαικό μας σύστημα απέκτησε έκτοτε μία ασφαλή υπερνομοθετική βάση, που όχι απλώς δικαίωσε τον συνταγματικό νομοθέτη, αλλά και υπερακόντισε τις προσδοκίες του για την κατά το δυνατόν -για την εποχή της θέσπισής της- θεσμική στήριξη του συστήματος προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών.
Η αλήθεια είναι ότι η νομολογία του Ε' τμήματος του ΣτΕ έτρεξε πέραν και πάνω από το γράμμα της διάταξης, διαβλέψασα ότι η προστασία του περιβάλλοντος έπρεπε, σύμφωνα με τον σκοπό, να αναχθεί σε πρωτίστης προτεραιότητας δίκαϊκό στόχο. Οπως επίσης, η αλήθεια αλλά και η κατάκτηση είναι ότι η θεωρία στο πεδίο του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου συνέδεσε το περιβάλλον με το -πολιτικό, κοινωνικό και ατομικό- δικαίωμα χρήσεως, ωφελείας και απολαύσεως του ζωτικού χώρου, ως έκφραση της προσωπικότητας με τη μορφή Δημοσίου και Ιδιωτικού δικαίου δικαιώματος.
Τα θεμέλια της νομολογίας και της θεωρίας, βασισμένα στο κείμενο της διάταξης του άρθρου 24, όπως τροποποιήθηκε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (σε συνδυασμό με τις κοινές διατάξεις, όπως π.χ. του ν. 1650/86-νόμου πλαισίου για το περιβάλλον-και του άρθρου 57 του Αστικού Κώδικα -νια τπν προστασία της προσωπικότητας και το δικαίωμα χρήσεως των περιβαλλοντικών αγαθών- καθώς και του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα -για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος- που εισάγει την αρχή της αειφορίας στο δίκαιο), αποτέλεσαν τη στερεή βάση πάνω στην οποία κτίστηκε η προστασία του περιβάλλοντος, τα επόμενα μέχρι σήμερα χρόνια. Το σύνολο των ρυθμίσεων, σε υπερνομοθετικό και κοινού δικαίου επίπεδο, εμπλουτισμένο από τις κοινοπκού δικαίου αρχές και διατάξεις, με τη σοφή νομολογιακή επεξεργασία (ιδίως του Ε' τμήματος του ΣτΕ) και την επιστημονική καθοδήγηση, αποτέλεσε και αποτελεί σήμερα ένα ελάχιστο νομοθεπκό δίκαϊκό περιβαλλοντικό κεκτημένο, που είναι ανεπίδεκτο επί τα χείρω νομοθεπκής μεταρρύθμισης και νομολογιακής παρέκκλισης. Η διάταξη του άρθρου 24, ως κορωνίς του πιο πάνω κεκτημένου, είναι ανεπίδεκτη νομοθετικής σταθμίσεως με οποιοδήποτε άλλο έννομο αγαθό -πλην της αξίας του ανθρώπου με την οποία είναι ισότιμη- και επιδεκτική μόνον προφανούς βελτίωσπς, τόσο σε επίπεδο συνταγματικής όσο και κοινής νομοθετικής μεταρρύθμισης”.
“Το περιβάλλον -και η προστασία του- είναι απόλυτο αγαθό, είναι ενοραπκός, μονοσήμαντος και απαρέγκλιτος νομοθετικός στόχος, είναι απάντηση στο υπαρξιακό μας ερώτημα και κατάφαση στην αρμονία της φύσεως, στην αισθητική, στην ποιότητα ζωής, στην αξία του ανθρώπου και υπό την έννοια αυτή διαχρονική φιλοσοφική αναζήτηση και θέση.
Οταν ο συνταγματικός νομοθέτης του 1974 με έμπνευση και όραμα θέσπισε τη διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος (για την προστασία του περιβάλλοντος) δεν είχε ασφαλώς προβλέψει ότι η πιο πάνω διάταξη θα ετύγχανε ομόθυμης αποδοχής από τη νομολογία (ιδίως του Ε' τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας), αλλά και τη θεωρία τόσο του δημοσίου όσο και του Ιδιωτικού Δικαίου διαχείρισης καί προστασίας του περιβάλλοντος. Με την επιστημονική επεξεργασία της διάταξης και με την εμπνευσμένη εφαρμογή της, το δικαικό μας σύστημα απέκτησε έκτοτε μία ασφαλή υπερνομοθετική βάση, που όχι απλώς δικαίωσε τον συνταγματικό νομοθέτη, αλλά και υπερακόντισε τις προσδοκίες του για την κατά το δυνατόν -για την εποχή της θέσπισής της- θεσμική στήριξη του συστήματος προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών.
Η αλήθεια είναι ότι η νομολογία του Ε' τμήματος του ΣτΕ έτρεξε πέραν και πάνω από το γράμμα της διάταξης, διαβλέψασα ότι η προστασία του περιβάλλοντος έπρεπε, σύμφωνα με τον σκοπό, να αναχθεί σε πρωτίστης προτεραιότητας δίκαϊκό στόχο. Οπως επίσης, η αλήθεια αλλά και η κατάκτηση είναι ότι η θεωρία στο πεδίο του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου συνέδεσε το περιβάλλον με το -πολιτικό, κοινωνικό και ατομικό- δικαίωμα χρήσεως, ωφελείας και απολαύσεως του ζωτικού χώρου, ως έκφραση της προσωπικότητας με τη μορφή Δημοσίου και Ιδιωτικού δικαίου δικαιώματος.
Τα θεμέλια της νομολογίας και της θεωρίας, βασισμένα στο κείμενο της διάταξης του άρθρου 24, όπως τροποποιήθηκε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (σε συνδυασμό με τις κοινές διατάξεις, όπως π.χ. του ν. 1650/86-νόμου πλαισίου για το περιβάλλον-και του άρθρου 57 του Αστικού Κώδικα -νια τπν προστασία της προσωπικότητας και το δικαίωμα χρήσεως των περιβαλλοντικών αγαθών- καθώς και του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα -για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος- που εισάγει την αρχή της αειφορίας στο δίκαιο), αποτέλεσαν τη στερεή βάση πάνω στην οποία κτίστηκε η προστασία του περιβάλλοντος, τα επόμενα μέχρι σήμερα χρόνια. Το σύνολο των ρυθμίσεων, σε υπερνομοθετικό και κοινού δικαίου επίπεδο, εμπλουτισμένο από τις κοινοπκού δικαίου αρχές και διατάξεις, με τη σοφή νομολογιακή επεξεργασία (ιδίως του Ε' τμήματος του ΣτΕ) και την επιστημονική καθοδήγηση, αποτέλεσε και αποτελεί σήμερα ένα ελάχιστο νομοθεπκό δίκαϊκό περιβαλλοντικό κεκτημένο, που είναι ανεπίδεκτο επί τα χείρω νομοθεπκής μεταρρύθμισης και νομολογιακής παρέκκλισης. Η διάταξη του άρθρου 24, ως κορωνίς του πιο πάνω κεκτημένου, είναι ανεπίδεκτη νομοθετικής σταθμίσεως με οποιοδήποτε άλλο έννομο αγαθό -πλην της αξίας του ανθρώπου με την οποία είναι ισότιμη- και επιδεκτική μόνον προφανούς βελτίωσπς, τόσο σε επίπεδο συνταγματικής όσο και κοινής νομοθετικής μεταρρύθμισης”.
ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ
Καθηγητής, πρόεδρος Νομικής Σχολής
εκλεγείς αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών
Καθηγητής, πρόεδρος Νομικής Σχολής
εκλεγείς αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου